Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελλ.γλώσσα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελλ.γλώσσα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Oι Έλληνες Σήμερα ασχέτως μορφώσεως Μιλάμε Ομηρικά…! Ας δούμε κάποια παραδείγματα.

 

Oι Έλληνες Σήμερα ασχέτως μορφώσεως Μιλάμε Ομηρικά

Oι Έλληνες Σήμερα ασχέτως μορφώσεως Μιλάμε Ομηρικά

Παρακάτω θα δούμε ότι τα αρχαία ελληνικά όχι μόνο δεν είναι νεκρή γλώσσα, αλλά ότι οι Έλληνες σήμερα ασχέτως μορφώσεως μιλάμε ομηρικά, αλλά δεν το ξέρουμε επειδή αγνοούμε την έννοια των λέξεων που χρησιμοποιούμε.

Ας δούμε κάποια παραδείγματα.

ιχθύς είναι το ψάρι. Λέμε σήμερα ιχθυοτροφείο, ιχθυοκαλλιέργεια

Άκων ειναι όποιος κάνει κάτι χωρίς τη θέλησή του, απρόθυμα. Λέμε ακουσία.

Αυδή είναι η φωνή. Σήμερα χρησιμοποιούμε το επίθετο άναυδος.

Αλέξω στην εποχή του Ομήρου σημαίνει εμποδίζω, αποτρέπω. Τώρα χρησιμοποιούμε τις λέξεις αλεξίπτωτο, αλεξίσφαιρο, αλεξικέραυνο, Αλέξανδρος (αυτός που αποκρούει τους άνδρες)

Άρχω σημαίνει είμαι πρώτος, πηγαίνω πρώτος, προηγούμαι. Λέμε αρχηγός, αρχιτέκτων, δήμαρχος, ὑπάρχω.

Λάας ή λας έλεγαν την πέτρα. Εμείς λέμε λατομείο, λαξεύω.

Φρην είναι η λογική. Από αυτή τη λέξη προέρχονται το φρενοκομείο, ο φρενοβλαβής, ο εξωφρενικός, ο άφρων.

Δόρπος, λεγόταν το δείπνο, σήμερα η λέξη είναι επιδόρπιο.

Λώπος είναι στον Όμηρο το ένδυμα. Τώρα λέμε λωποδύτη.

Με το επίρρημα τήλε στον Όμηρο εννοούσαν μακριά, εμείς χρησιμοποιούμε τις λέξεις τηλέφωνο, τηλεόραση, τηλεπικοινωνία, τηλεβόλο, τηλεπάθεια.

Ύλη ονόμαζαν ένα τόπο με δένδρα, εμείς λέμε υλοτόμος.

Άρουρα ήταν το χωράφι, όλοι ξέρουμε τον αρουραίο.

Ἄγω σημαίνει οδηγώ, φέρνω, μεταφέρω. Καποιες λέξεις που χρησιμοποιούμε σήμερα είναι λοχαγός, χορηγός, ἀπαγωγή, δημαγωγός, εἰσάγω.

Νόστος σημαίνει επιστροφή στην πατρίδα. Λέμε νοσταλγία.

Άλγος στον Όμηρο είναι ο σωματικός πόνος, από αυτό προέρχεται το αναλγητικό.

Το βάρος το αποκαλούσαν άχθος, σήμερα λέμε αχθοφόρος.

Ο ρύπος, δηλαδή η ακαθαρσία, εξακολουθεί και λέγεται έτσι – ρύπανση.

Από τη λέξη αιδώς (ντροπή) προήλθε ο ο αναιδής.
.
Πέδη, σημαίνει δέσιμο και τώρα λέμε πέδιλο. Επίσης χρησιμοποιούμε τη λέξη χειροπέδες.

Από το φάος, το φως προέρχεται η φράση φαεινές ιδέες.

Άγχω, σημαίνει σφίγγω το λαιμό, σήμερα λέμε αγχόνη. Επίσης άγχος είναι η αγωνία από κάποιο σφίξιμο, ή από πίεση.

Βρύχια στον Όμηρο είναι τα βαθιά νερά, εξ ου και τo υποβρύχιο.

Ύδωρ είναι το νερό. Λέμε όμως ύδρευση, υδραγωγείο, υδραυλικός, υδροφόρος, υδρογόνο, υδροκέφαλος, αφυδάτωση, ενυδρείο, κ.τ.λ.

Ναυς ειναι το πλοίο. Από τη λέξη ναυς έχουμε: ναυπηγός, ναύαρχος, ναυμαχία, ναυτικός, ναυαγός, ναυτιλία, ναύσταθμος, ναυτοδικείο, ναυαγοσώστης, ναυτία, κ.τ.λ.

Κ. ΠΛΕΥΡΗΣ “ΤΑ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΕΥΚΟΛΑ”

«Από την εποχή που μίλησε ο Όμηρος ως τα σήμερα, μιλούμε,ανασαίνουμε και τραγουδούμε με την ίδια γλώσσα».
Γιώργος Σεφέρης.

kerberos-hellas μέσω thesecretrealtruth



Η Αρχαία Ελληνική γλώσσα και η ιερότητα της!!!

 


Είναι ανέφικτο μέσα σε λίγες σελίδες, έστω και να προσεγγίσουμε, πόσο μάλλον να αναλύσουμε, να ερευνήσουμε και να διαπραγματευτούμε ένα τόσο μεγάλο, ιερό μυστικό, απαγορευμένο και τόσο δύσκολο θέμα. Ένα θέμα που Τιτάνες του πνεύματος, από την αρχαιότητα έως και σήμερα, δαπάνησαν έργο και χρόνο ζωής και τόνους σελίδων, για να το προσεγγίσουν. Παρ' όλα αυτά θα επιχειρήσουμε, όσο μας επιτρέπεται, μια όσο τον δυνατόν πιο επιγραμματική, περιληπτική, σύντομη και συνάμα προσεκτική προσέγγιση του θέματος.

Από τα πανάρχαια χρόνια ο άνθρωπος ένοιωσε την ανάγκη να ανταποκριθεί στα ερεθίσματα, ενδογενή αλλά κυρίως εξωγενή, στα δεδομένα και στα γεγονότα του περιβάλλοντός του, που τον βομβάρδιζαν καθημερινά. Εξελίσσοντας σιγά-σιγά το γνωστικό του επίπεδο, μέσα από μια ίσως ανώτερη ανθρώπινη αντιληπτική μάθηση, και προσαρμόζοντας την συμπεριφορά του, οδηγούμενος είτε από ασυνείδητες ενστικτώδεις τάσεις, είτε από το «αγελαίο ένστικτο», είτε ίσως από μια μυστική ανώτερη ώθηση, στην ομαδοποίηση των «αυτοχθόνων», με αποτέλεσμα τις πρώτες κοινωνίες.

Τα φυσικά φαινόμενα, για αυτές τις πρώτες κοινωνίες, φάνταζαν μεγαλόπρεπα, ασυνήθιστα, άγνωστα. Ο κόσμος ήταν ένα θαύμα αφάνταστο, ασύλληπτο, ακατανόητο. Η περιέργεια, ο φόβος, η επιβίωση, η προστασία από τη Φύση, οδήγησαν στην θεοποίηση των φυσικών στοιχείων, δυνάμεων και νόμων. Ο άνθρωπος άρχισε να μεγαλοποιεί και να παραμορφώνει ότι του ήταν άγνωστο και ακατανόητο. Μπροστά σε αυτήν την αδυναμία της σύλληψης, ο νους άρχισε να εκφράζει με κινήσεις, κραυγές, παραστάσεις και σύμβολα, τον κόσμο, με σκοπό με σκοπό από τη μια την κατανόησή του, και από την άλλη την απαρχή της επικοινωνίας.

Γλώσσα Επικοινωνίας


Η ανάγκη για κατανόηση, εξωτερίκευση και επικοινωνία των ανθρώπων, των ομαδοποιημένων πλέον, έστω και σε υποτυπώδη μορφή πρώτων κοινωνιών, συνυφασμένη σε ένα πλέγμα μίμησης φυσικών εικόνων, δέους, μεγαλείου και έξαρσης, δημιούργησε μια συμβολική γλώσσα επικοινωνίας, μέσα στα πρωταρχικά κοινωνικά πλαίσια. Μία συμβολική γλώσσα που στην αρχή εκφράστηκε με κραυγές, κινήσεις, αντιδράσεις και σύμβολα μίμησης, αργότερα με την μορφή της επικοινωνίας, της κάλυψης αναγκών, του μύθου και της αφήγησης, με αποτέλεσμα τον προφορικό λόγο, καθώς και της οπτικοποίησης-εικονοποίησης των φθόγγων, λημμάτων ή και εννοιών, με αποτέλεσμα την γραφή και τον γραπτό λόγο, με συνέπεια την δημιουργία αυτού του ίδιου του πολιτισμού.

Οι ήχοι, οι εικόνες της φύσης, και τα δεδομένα των αισθήσεων αποτέλεσαν τα πρώτα ερεθίσματα ενεργοποίησης των αντιληπτικών μηχανισμών του ατόμου, το οποίο αναγκάστηκε να προσαρμόσει τις αντιδράσεις του, ώστε να δημιουργήσει δειλά-δειλά τα πρώτα σύμβολα επικοινωνίας, με την μορφή εικόνων, παραστάσεων, ιδεοσυμβόλων, ήχων, εκδήλωσης συναισθηματικών καταστάσεων και γενικά συμπεριφοράς.

Έτσι δημιουργήθηκε πλέον επιτακτική ανάγκη στις πρώτες κοινωνίες, είτε από ασυνείδητες ενστικτώδεις τάσεις, όπως το «αγελαίο ένστικτο», είτε από μία ίσως παλαιότερη διασωσμένη, μυστική, ανώτερη μπορεί εξωανθρώπινη, ώθηση, μέσω των μυστικών Ιερατείων, «Μουσείων Λόγου», Διδασκαλείων και Μυστηρίων, της παραγωγής, της χρήσης και μετάδοσης της πληροφορίας, με τη μορφή ιδεοσυμβόλων, εικονοσημάτων και ηχοσημάτων στην αρχή, και στη συνέχεια πιο σύνθετων μορφών πληροφοριών, με συνέπεια την γέννηση και διαμόρφωση των πρώτων γλωσσών επικοινωνίας.

Φαίνεται ότι το υλικό για τα πρώτα κωδικοποιημένα Ιδεοσύμβολα, Εικονοσήματα, ή Ηχοσήματα, αποτέλεσαν οι πρωταρχικές παρατηρημένες επαναλαμβανόμενες φωνές της φύσης, όπως οι φωνές των ζώων, το κελάηδισμα των πουλιών, οι ήχοι των ανέμων, των κυμάτων, των καταιγίδων, της ροής του νερού, τα ανθρώπινα επι-Φωνήματα έκφρασης συναισθηματικών κυρίως καταστάσεων όπως χαράς, θαυμασμού, λύπης, πόνου , φόβου, έκπληξης κ.λπ. Θα μπορούσαμε να πούμε λοιπόν, ότι οι κλιματολογικές συνθήκες, η πανίδα και χλωρίδα της φύσης, οι ενδογενείς εσωτερικοί, ή εξωγενείς περιβαλλοντολογικοί ερεθισμοί και συναισθηματικές καταστάσεις δημιούργησαν συν τω χρόνω, την μεταφορά επαρκούς πληροφορίας και γνώσης για κάλυψη των στοιχειωδών στην αρχή αναγκών, επιβίωσης, ασφάλειας, προστασίας, αυτοπραγμάτωσης, ηδονής-ευχαρίστησης, θυμού-οργής κ.λπ. Δημιούργησαν έτσι ένα επαρκή κώδικα κατανόησης και επικοινωνίας μεταξύ των μελών μιας ομοειδούς ή συγκεκριμένης ομάδας με αποτέλεσμα τη γέννηση μιας μητρικής αρχικής γλώσσας επικοινωνίας από την οποία αργότερα προέκυψαν όλες οι άλλες.

Τα πρωταρχικά Φωνήματα-Φωνήεντα α, ε, ο, ι, μετέπειτα διαμορφώθηκαν ανάλογα με την προφορά τους στα:

«α», πλήρη και ανεμπόδιστη, από τα όργανα άρθρωσης, εγκέφαλο, στόμα, χείλη, γλώσσα, μύτη, εκροή του εισπνεόμενου αέρα. Συναντάται σαν ο κύριος ήχος στην φύση, στην πρωταρχική κραυγή του νεογέννητου, στις κραυγές των ζώων, στο παφλασμό των κυμάτων, στον ήχο του αέρα, στον ήχο του κεραυνού κ.λπ.

«ε-ψιλον», λεπτή εκροή του αέρα.

«ε-δασύ», παχύτερη εκροή του αέρα, (έχει πλέον εκλείψει για άγνωστους πλην σαφείς λόγους από την προφορά).

«ο-μικρόν», μικρή, βραχεία εκπνοή με στρογγύλευση χειλιών.

«ω-μέγα», μεγάλη, μακρά εκπνοή με στρογγύλευση χειλιών, (προφέρεται σαν διπλό ο-μικρόν).

«ι-ώτα», ο λεπτότερος και υψηλότερος ήχος που μπορεί να γίνει αντιληπτός από ανθρώπινα αυτιά.

«υ-ψιλόν», λεπτός, ψηλός ήχος, για παράδειγμα του αέρα που περνά μέσα από μια σχισμή.

«υ-δασύ», που εξελίχθηκε σε «η-τα», παχύς διαπεραστικός ήχος, για παράδειγμα ο ήχος του αέρα στην καταιγίδα.

Με τη παρατήρηση των ποιο σύνθετων ήχων της φύσης, όπως οι κραυγές και οι ήχοι των ζώων, των πουλιών και των εντόμων, οι ήχοι των κυμάτων, της καταιγίδας, του κεραυνού, της ροής των ποταμών, των καταρρακτών, των βουητών του αέρα στο βουνό ή στο δάσος, προκάλεσε την ανάγκη για προσθήκη ήχων εκφερόμενων ταυτόχρονα με τα φωνήματα δηλαδή συν-φωνήματα ή συν-φωνα, ώστε δημιούργησαν σιγά-σιγά ένα πλήθος Σημάτων και Συμβόλων, που σαν ηχοσήματα και εικονοσήματα δημιούργησαν τα πρωταρχικά εικονογράμματα που παρίσταναν ήχους, εικόνες, παραστάσεις και καταστάσεις της φύσης, που με την κατάλληλη τοποθέτηση τους και χρήση τους σε κάποια λογική σειρά, αποτέλεσαν στη αρχή το πρώτο προφορικό, σαν ηχοσήματα, και μετέπειτα τον πρώτο γραπτό, σαν εικονοσήματα και εικονογράμματα, κώδικα διανθρώπινης επικοινωνίας, δημιουργώντας στην αρχή τον Λόγο και στη συνέχεια τη Γραφή.

Τι είναι λοιπόν η γλώσσα επικοινωνίας; Πολύ γενικά θα λέγαμε ότι δεν είναι παρά η επινόηση και χρήση ενός συνόλου συμβόλων, εικόνων, παραστάσεων, ήχων, ερεθισμών, χαρακτήρων και ειδικών σημάτων, που χρησιμοποιούνται με βάση αυστηρώς προκαθορισμένους κανόνες για τον σχηματισμό ενός κωδικοποιημένου συστήματος ομάδων συμβόλων, κωδικογραμμάτων, εικονοσημάτων, ηχοσημάτων και κωδικών έναρθρων ή παριστάμενων εκφράσεων-λέξεων, εννοιών, μορφασμών, χειρονομιών και γενικά σημάτων και σχημάτων, κατανοητών από την ομοειδή γλωσσικά ομάδα, τον συνάνθρωπο και γενικά την τοπική κοινωνία, μετά από και διαδικασία εκμάθησης και χρήσης τους.


Η Αρχαία Ελληνική Γλώσσα και τα μυστικά της


Φαίνεται ότι κάποιες από αυτές τις πρωταρχικές γλώσσες επικοινωνίας δεν σχηματίστηκαν καθόλου τυχαία, αλλά έπειτα από μυστικές, ανώτερες και άγνωστες διεργασίες, μέσα σε μυστικά Ιερατεία, διδασκαλεία και αποκεκριμένα Μυστήρια, ή σαν ανώτερη επίδραση ή επέμβαση ανώτερων οντοτήτων, ή παλαιότερων χαμένων πολιτισμών, ώστε να ακολουθούν κάποιους αυστηρά προκαθορισμένους, ιερούς και μυστικούς ανώτερους κώδικες σχηματισμού και ομαδοποίησης, δημιουργώντας τους Ιερούς λεγόμενους μυστικούς Κώδικες και τις Ιερές λεγόμενες γλώσσες, μια που η απαρχή του πολιτισμού στον πλανήτη αυτόν δεν άρχισε το 5.000 π.Χ. ή από Αδάμ για τους μικρόνοες, αλλά δείγματα πολιτισμού, έναρθρου λόγου και εργαλειοτεχνίας εμφανίζονται αν όχι πριν από εκατομμύρια, τουλάχιστον πριν από 740.000 χρόνια και μάλιστα εδώ στην Ελλάδα.

Η μαθηματικότερη και Ιερότερη από αυτές τις Ιερές γλώσσες, με γνωστή προϊστορία τουλάχιστον 12.000 ετών και πλέον, φαίνεται να είναι η Ελληνική γλώσσα. Η γλώσσα αυτή που με την εξέλιξή της από τα πρώτα ιδεοσύμβολα έως τις γραμμικές Α και Β, με τουλάχιστον 2.500 ιδεοσύμβολα η μία από αυτές, τις περίφημες διαλέκτους της, Αττική, Ιωνική, Δωρική κ.λπ., την Ελληνιστική Δημώδη καθομιλούμενη, ή καθαρεύουσα, με 90 εκατομμύρια Ελληνικά Λήμματα (θησαυρός της Ελληνικής Γλώσσας της Dr. Mac Donald), αποτελεί την κορωνίδα της ανθρώπινης διανόησης και την πρωταρχική μήτρα και μητέρα όλων των μετέπειτα γλωσσών.

Κατ' αρχήν πρέπει να προσπαθήσουμε να αποκωδικοποιήσουμε ορισμένα από τα Ιερά εφτασφράγιστα μυστικά που φυλάσσονται για χιλιετίες τώρα στην περισσότερο κωδικοποιημένη, Μαθηματικότατη και Ιερότατη μητρική Ελληνική γλώσσα. Οι πιο αφυπνισμένοι, ή καλύτερα θα λέγαμε οι πιο μυημένοι, μελετητές ή ερευνητές της Ελληνικής γλώσσας γνωρίζουν καλά ότι η Ελληνική γλώσσα παρουσιάζει τρία επίπεδα κατανόησης. Το «Ομιλόν», το «Σημαίνον» και το «Κρύπτον».

Το «Ομιλόν» είναι το πρώτο και αρχικό επίπεδο κατανόησης ενός ιδεοσυμβόλου, εικονοσήματος, ηχοσήματος, λήμματος, γράμματος, λέξης ή έννοιας, που δηλώνει για το τι ακριβώς ομιλεί το συγκεκριμένο σύμβολο, εικονοσήμα, ηχοσήμα, λήμμα, γράμμα, και η συγκεκριμένη λέξη ή έννοια και που σχεδόν όλοι όσοι το ακούσουν ή το δουν μπορούν να το κατανοήσουν άμεσα. Είναι δηλαδή το επίπεδο καθομιλουμένης καθημερινής χρήσης όλων όσων χρησιμοποιούν και χειρίζονται την Ελληνική γλώσσα. Παράδειγμα η έννοια «Ελευθερία» γίνεται κατανοητή, από το σύνολο όσων χρησιμοποιούν την Ελληνική γλώσσα, ως την ανεμπόδιστη έκφραση ή εκδήλωση συναισθημάτων, λόγου, ιδεών, κινήσεων, πράξεων και συμπεριφοράς στα όρια των κοινωνικώς αποδεκτών προτύπων, όρων, ορίων και συμβάσεων, το αντίθετο του περιορισμού. Η λέξη «αυτοκίνητο» γίνεται κατανοητή ως το βασικό μέσον μεταφοράς των ανθρώπων, η λέξη «υπάλληλος» ως ο έμμισθος εργαζόμενος σε μια επιχείρηση κ.λπ.

Το «Σημαίνον» είναι το δεύτερο επίπεδο κατανόησης ενός ιδεοσυμβόλου, εικονοσήματος, ηχοσήματος, λήμματος, γράμματος, λέξης ή έννοιας, που υποδηλώνει το τι ακριβώς σημαίνει το συγκεκριμένο σύμβολο, εικονοσήμα, ηχοσήμα, λήμμα, γράμμα, και η συγκεκριμένη λέξη ή έννοια. Δίνει την σύνθεση και την ετυμολογία της συγκεκριμένης έννοιας, καθώς συνδέει το Σήμα με το σημαινόμενο, ή δίνει με τον τονισμό των γραμμάτων, πάνω δεξιά ή κάτω αριστερά, μία άκρως μαθηματική αναλογία, πράξη ή σχέση, και που λίγοι, και μάλιστα οι πιο μορφωμένοι ή οι πιο υποψιασμένοι ή μυημένοι, μπορούν να κατανοήσουν.

Είναι δηλαδή το επίπεδο ειδικής και συγκεκριμένης χρήσης όλων όσων έχουν διδαχθεί ή ερευνούν, χρησιμοποιούν και χειρίζονται την Ελληνική γλώσσα σε δεύτερο επίπεδο. Παράδειγμα η ίδια η έννοια «Ελευθερία» γίνεται κατανοητή, στο δεύτερο επίπεδό της από τους πιο εξειδικευμένους που χρησιμοποιούν την Ελληνική γλώσσα, αρχικά ως την ορθή έλευση των πραγμάτων που έρχονται, μια και η έννοια αυτή σχηματίζεται από τα συνθετικά «Ελ» που σημαίνει την έλευση, εξ' ου και Ελευσίνα, «Ευ» που σημαίνει το σωστό, το ορθόν, και «Αιθήρ (θερία)» που σημαίνει την πεμπτουσία των πραγμάτων κατά τον Αριστοτέλη, το 5ο στοιχείο της εκδήλωσης των πραγμάτων.

Ο Αριστοτέλης έλεγε ότι Θεοί ζουν στον Αιθέρα. «Ελευθερία» λοιπόν κατά την Ελληνική σημαίνει την ανεμπόδιστη και σωστή ροή των πραγμάτων, ενεργειών, πράξεων, ιδεών κινήσεων, λόγων, συναισθημάτων, ή συμπεριφοράς που ρέουν ή έρχονται προς την δική μας αντιληπτικότητα. Το αντίθετό της κατά συνέπεια είναι πλέον η εντός συγκεκριμένων ορίων «περι-ορισμένη» ροή ή κίνηση των ανωτέρω πραγμάτων. Η λέξη «αυτοκίνητο» γίνεται κατανοητή ως το μέσος μεταφοράς που κινείται μόνο του καθώς η λέξη αποτελείται από τα συνθετικά «αυτό» και «κίνηση». Η λέξη «υπάλληλος» κατανοείται εδώ ως ο κάτω από την εποπτεία άλλου, εργαζόμενος σε μία επιχείρηση, καθώς η λέξη απαρτίζεται από την πρόθεση «Υπό» που υπο-δηλώνει και συγκεκριμενοποιεί την προ-θεση (πριν τη θέση) κατάσταση και την αντωνυμία «Άλληλος» που δηλώνει την κύρια θέση κ.λπ.

Το «Κρύπτον» είναι το τρίτο και πιο μυστικό επίπεδο κατανόησης ενός ιδεοσυμβόλου, εικονοσήματος, ηχοσήματος, λήμματος, γράμματος, λέξης ή έννοιας, που υπο-δηλώνει το τι ακριβώς υπο-κρύπτει στο υπό-βαθρό του και πως δονείται, κραδαίνεται, πάλλεται, συν-τονίζει και συντονίζεται και τι αντι-δράσεις, συμπεριφορές, φαινόμενα ή ενέργειες προκαλεί το συγκεκριμένο σύμβολο, εικονοσήμα, ηχοσήμα, λήμμα, γράμμα, και η συγκεκριμένη λέξη ή έννοια. Κατάσταση που πάρα πολύ λίγοι και μάλιστα οι πιο μυημένοι, μπορούν να κατανοήσουν. Είναι δηλαδή το επίπεδο μυστικής, κωδικής και απόλυτα ελεγχόμενης χρήσης, μόνο των πολύ ολίγων μυημένων ή Αρχιερέων, που έχουν διδαχθεί πώς να χρησιμοποιούν και να χειρίζονται τους μυστικούς κώδικες της Ελληνικής γλώσσας σε βαθύτερα επίπεδα.

Για παράδειγμα η λέξη ή η έννοια «Αλήθεια», στο πρώτο της επίπεδο, το «Ομιλόν» δηλώνει αυτό που ο κάθε άνθρωπος κατανοεί ως Αληθές. Τι είναι όμως Αληθές; Στο δεύτερο επίπεδο της έννοιας δηλαδή στο «Σημαίνον», φαίνεται να εμπεριέχεται στην έννοια το «στερητικό άλφα» που σημαίνει στέρηση της ακολουθούμενης από αυτό έννοιας, που στη προκειμένη περίπτωση φαίνεται να είναι η έννοια «Λήθη» ή «Λάθος», ανάλογα με την διάλεκτο Δωρική ή Αττική. Δηλαδή «Αλήθεια» δεν είναι παρά η στέρηση Λήθη. Δηλαδή για να οδηγηθούμε στην Αλήθεια απαιτείται η ενθύμηση, η «Μνημοσύνη» (μητέρα των Μουσών) και κατά συνέπεια η εμπειρία, ο πολιτισμός, η μύηση, η μουσική, το μυστήριο (έννοιες που προέρχονται από την έννοια «Μούσα»), με σκοπό την στέρηση Λαθών και αστοχίας ώστε να επιτευχθεί ο τελικός σκοπός Αυτοπραγμάτωσης και εξέλιξης του Ανθρωπίνου Όντος.

Τη στιγμή που η έννοια «Λάθος» σημαίνει το ψευδές δηλαδή την παραποίηση της πραγματικότητας, και κατά συνέπεια διαγραφή, η έννοια «Αλήθεια», στο δεύτερο επίπεδο κατανόησης σημαίνει κάθε τι που είναι πραγματικό και στο οποίο μπορεί κανείς να οδηγηθεί με σωστή χρήση της εμπειρίας στο Παρών, στο τώρα, ζώντας σωστά την στιγμή, αν διδαχθεί από τις ενθυμίσεις, τις εμπειρίες, τις παραδώσεις το παρελθόν, χωρίς λάθη και αστοχίες, μέσα από τη σωστή διαβίωση στο Παρόν, μια και οι στιγμές του παρόντος σε δευτερόλεπτα από την ώρα που τις ζούμε γίνονται παρελθόν. Δηλαδή στο «ευ ζην» ή όχι του τώρα, δημιουργούμε εμείς οι ίδιοι το παρελθόν μας, ανάλογα με την στάση και συμπεριφορά μας και με διαμόρφωση και αξιοποίηση της συσσωρευμένης ατομικής και συλλογικής εμπειρίας στο «ευ ζην» του τώρα, με τελικό πραγματικά Αληθή Στόχο και Σκοπό ένα πραγματικά Αληθές Μέλλον. Αλήθεια δηλαδή είναι η ίδια η διαχρονική πραγματικότητα ανά τους αιώνες, το «Ευ Ζην» της ανθρώπινης εξέλιξης.

Πείτε μου τώρα τη σημαίνει η Αγγλική λέξη "true" για την Αλήθεια, έστω και στο πρώτο της επίπεδο μια και Αγγλική δεν διαθέτει μεγάλο βάθος, για να διαπιστώσετε την φτώχεια και την λεξιπενία της δήθεν παγκόσμιας γλώσσας, της Αγγλικής, που έτσι και αλλιώς το 65 και πλέον τοις εκατό της καθομιλουμένης Αγγλικής αποτελείται από αυτούσιες Ελληνικές λέξεις, έννοιες ή λήμματα. Παράδειγμα η λέξη "Pause" που μεταφράζεται «παύση», αν προφερθεί χωρίς προφορά, μόνο να διαβαστεί, διαβάζεται» Παύσε-Pause», τι χρειάζεται λοιπόν η μετάφραση; Μπορούμε τώρα να αντιληφθούμε ότι οι πολέμιοι της Αλήθειας επιδιώκουν την Λήθη, ενώ οι υπέρμαχοι της Αλήθειας δεν λησμονούν αλλά διδάσκονται από το παρελθόν για να δημιουργήσουν ένα σωστότερο μέλλον.


Κοσμογέννηση Τετρακτύς και το Ιερόν Θήτα των Ελλήνων


Στην Αρχή υπήρχε το «Χάος» Α-σχημάτιστο και Α-κατασκεύαστο και σε πλήρη Α-ταξία. Επί του Χάους περιφερόταν το «Είδος ή Ίδος» που εμπεριείχε την Πρωταρχική και μόνη Δύναμη της Ιδέας δημιουργίας του κόσμου. Δεν ήταν Θεός το Χάος, μα ούτε και το Ίδος. Θα μπορούσε όμως να εκφραστεί το Χάος σαν το Πρωταρχικό υπόβαθρο μιας αμυδρής έστω Αρχής του Θείου. Ο Θεός όμως είναι Άναρχος, δεν έχει Αρχή, αν και θα μπορούσε να είναι η Αρχή μια και από Αυτόν ξεκινούν όλα, και εφόσον δεν έχει Αρχή, δεν μπορεί να βρίσκεται κάτω από καμιά Αρχή.

Την έκφραση αυτή η Ελληνική γλώσσα την αποδίδει με την έννοια «Υπ-άρχω» βρίσκομαι δηλαδή κάτω από κάποια Αρχή που είναι πάνω από εμένα. Με την έννοια αυτή λοιπόν ο Θεός δεν Υπ-άρχει, δεν βρίσκεται δηλαδή κάτω από καμιά Αρχή. Άρα αποφατικά ο Θεός δεν υπάρχει; Κάθε άλλο και εδώ βρίσκεται το μεγαλείο της Ελληνικής γλώσσας, αρκεί να κατανοήσουμε έστω και κάπως το αδύνατο να αντιληφθούμε έστω και λίγο το Άδηλο και το Άρρητο, δηλαδή το μη Δηλούμενο το Ανέκφραστο και το Άναρχο. Πως όμως μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο που από την φύση του είναι αδύνατον και ακατόρθωτο μια και «τον Θεό ουδείς εώρακε πώποτεν;».

Απλά ας φανταστούμε το Χάος σαν κάτι που δεν μπορεί να εκφραστεί και να δηλωθεί αλλιώς, παρά μόνο με αυτή την ίδια τη λέξη της Ελληνικής γλώσσας «Χάος» και ας προσπαθήσουμε να το παραστήσουμε στο χώρο σαν μια εντελώς άγραφη, τελείως λευκή κόλλα χαρτιού, πάνω στην οποία δεν έχει σημειωθεί τίποτα. Επί του Χάους, κατά την Πυθαγόρεια άποψη, περιφερόταν αυτό που οι Πυθαγόρειοι ονόμαζαν «Ίδος» δηλαδή η ιδέα εν δυνάμει της δημιουργίας. Δεν ήταν το «Ίδος» ο Θεός, αλλά ένα μέσον εκδήλωσης του Θείου που εμπεριείχε μέσα του την πνευματική θεία έμπνευση της Δημιουργίας. Ας φανταστούμε τώρα το «Ίδος» σαν ένα στυλό ή μια γραφίδα, που είναι το μέσον μέσω του οποίου ο πνευματικός άνθρωπος μπορεί να εκφράσει και να εκδηλώσει την έμπνευσή του, χρησιμοποιώντας αυτόν τον στυλό, ώστε να εκφράσει, να δημιουργήσει και να εκδηλώσει γραπτά σε μια κόλλα χαρτί την Ιδέα του για κάτι. Όταν το «Ίδος» έρχεται σε πρώτη επαφή με το αταξικό, άναρχο, άδηλο και ανέκφραστο «Χάος», τότε η γραφίδα (Ίδος), αφήνει το πρώτο ίχνος ως στίγμα της μελάνης της πάνω στην άγραφη κόλλα χαρτιού (Χάος).

Ο Πυθαγόρας ονόμασε αυτό το πρώτο ίχνος πρωταρχικής εκδήλωσης «Στιγμή». Πρόκειται για την Πυθαγόρειο μαθηματική Στιγμή, η οποία αποτελεί τόσο την πρώτη χρονική στιγμή εκδήλωσης της θείας θέλησης για δημιουργία, όσο και το πρώτο ενεργό στίγμα χωροχρονικής εκδήλωσης της ίδιας της Δημιουργίας, με αυτή την ίδια την πρωταρχική χωροχρονική εκδήλωση της Θεότητας. Έτσι έγινε η Αρχή της Δημιουργίας του Συν-παντος, όταν ο Θείος Νους αποφάσισε να εκδηλώσει τη θέληση για δημιουργία, χρησιμοποιώντας ως μέσον εκδήλωσης την Ιδέα της δημιουργίας (Ίδος), ώστε να εκδηλωθεί επί του άναρχου, ανεκδήλωτου, ανέκφραστου και αταξικού Χωροχρόνου των άπειρων διαστάσεων (Χάους), η Αρχή της Δημιουργίας των Συν-πάντων.

Η πρώτη λοιπόν εκδηλούμενη Χωροχρονική Στιγμή αποτελεί την Πρώτη Αρχή της Δημιουργίας, και την εκδήλωση-γέννηση του Χρόνου-«Κρόνου», δηλαδή την Εμφάνιση του χρόνου στο Σύν-παν. Έτσι γεννάται από την συνένωση «Ουρανού» και «Γαίας» ο Κρόνος – Χρόνος που όλα τα κατατρώγει στην εμφάνισή του. Ο θεός που τρώει τα παιδιά του. Η δεύτερη εκδηλούμενη χωροχρονική στιγμή, το δεύτερο άγγιγμα της γραφίδας στη λευκή κόλλα χαρτιού με την πρότερη τελεία-στιγμή, δημιουργεί μια δεύτερη-ύστερη, ομοούσια της πρώτης, τελεία-στιγμή. Η ένωση του πρότερου και του ύστερου κατά τον Αριστοτέλη αποτελεί την ροή στον χρόνο. Έτσι γεννάται η γυναίκα-αδελφή του Κρόνου-Χρόνου, Ρέα-Ροή, η οποία αργότερα διασώζει το Θεό Πνεύμα (Δία-Ζευ), που σημαίνει την ερωτική ελκτική συνένωση-Ζεύξη, που νικά τελικά τον Τιτάνα γεννήτορα Πατέρα του Χρόνο-Κρόνο μέσω της Ζεύξης-έλξης και συνένωσης των αντιθέτων, αλλά και μέσω της διαίρεσης-επιμερισμού, μεθόδου με την οποία ο άνθρωπος μπορεί να κατανοήσει τα Θεία και να αντιληφθεί στον αισθητό κόσμο των Ιδεών κατά τον Πυθαγόρα. Δηλαδή μέσω της πνευματικής απορροής του Δια-Ζευ. Ένα πλήθος τέτοιων Χωροχρονικών Στιγμών Εκδήλωσης της Θείας θέλησης δημιουργεί την Πρώτη «ευ-θεία» Ροή-Γραμμή, την Πρώτη Θεία Μονάδα-Χορδή από την οποία αρχίζουν όλα.


Η Μονάδα του Πυθαγόρα


Η Μονάδα για τον Πυθαγόρα, είναι πρώτη και μοναδική εκδήλωση του Ανέκφραστου, Άναρχου και Ανεκδήλωτου Θείου Πνεύματος. Είναι το μόνο σχήμα που μπορεί να κάνει το Θείο κάπως κατανοητό και αποδεικνύει τις ιδιότητές Του, άρα η Μονάδα είναι Θεία. Επειδή από πλήθος τέτοιων μικροσκοπικών εκδηλούμενων ιχνών Χωροχρονικών Στιγμών, από μικρές ευ-θείες χορδές που πάλλονται με τεράστιες ταχύτητες και δυνάμεις ως θείες εκφάνσεις, αποτελούνται όλα τα υπόλοιπα σχήματα της Δημιουργίας, άρα η Μονάδα είναι Πανταχού Παρούσα, λόγω πανταχού παρουσίας είναι Παντογνώστης, λόγω πανγνωσίας είναι Πάνσοφη, λόγω πανσοφίας είναι Παντοδύναμη, λόγω παντοδυναμίας είναι Πανίσχυρη, Αθάνατη, Αγία κ.ο.κ.

Η Μονάδα για τον Πυθαγόρα είναι Άπειρη διότι μπορεί να επεκτείνεται αέναα προς το Άπειρο. Όταν η Μονάδα είναι οριζόντια δηλώνει τον ορίζοντα, μέχρι εκεί που μπορεί να δει το ανθρώπινο μάτι, το πέρας, τη διαχωριστική γραμμή, το τετελεσμένο, δηλαδή τον Θάνατο. Οι Πυθαγόρειοι την χρησιμοποιούσαν σαν το δηλωτικό σύμβολο ή σήμα της φθοράς ή του τέλους, του πέρατος και του Θανάτου με την έννοια της Αφαίρεσης. Δηλαδή το Πυθαγόρειο Μαθηματικό σημείο της μαθηματικής πράξης της αφαίρεσης «Μείον (-)».


Η Μονάδα λοιπόν οριζόντια μπορεί να επεκταθεί αέναα προς το άπειρο, δεξιά ή αριστερά, προς μία ατελείωτη διαδικασία διαχωρισμού, περάτωσης, φθοράς και αφαίρεσης με σκοπό την απορρόφηση. Δηλαδή συμβολίζει την συρρίκνωση του Σύν-παντος, τη φθορά, το πέρας, την αφαίρεση, αλλά και από αυτήν, την προκύπτουσα αναγέννηση και κατά συνέπεια τον Θάνατο και την απ' αυτόν προκύπτουσα μεταθανάτια εκδήλωση. Ας μη ξεχνάμε ότι ο Πυθαγόρας, εκτός των άλλων, είναι και ο θεμελιωτής και Πατέρας της Επιστήμης των Μαθηματικών και της Γεωμετρίας, καθώς και της Επιστήμης των Ήχων της Μουσικής, και οι 4 μαθηματικές πράξεις της φύσης, Πρόσθεση (Αύξηση), Αφαίρεση (Μείωση), Πολλαπλασιασμός (Αναπαραγωγή), και Διαίρεση (Επιμερισμός), καθώς και η «Προπαίδεια», είναι δική του έμπνευση και υλοποίηση.

Η Μονάδα όταν είναι κάθετη μπορεί να απειριστεί αέναα, προς τα πάνω ή προς τα κάτω, σε μια συνεχή διαδικασία εξέλιξης, καθώς λειτουργεί και σαν μια γέφυρα επικοινωνίας των πάνω, των υψηλότερων, του κόσμου των Ιδεών, με τα κάτω, τα βαθύτερα και χαμηλότερα, τον κόσμο των αισθητών και της εκδήλωσης. Είναι δηλαδή η Έλξη, ο Έρωτας, η Ζεύξη των υψηλών πραγμάτων με τα ανθρώπινα, που αναγκάζει τον κόσμο των ιδεών να εκδηλωθεί στα αισθητά και ανθρώπινα αντιληπτά, δηλαδή ο ίδιος ο Θεός Ζευς. Συμβολίζει κατά συνέπεια την ίδια την ζωή.

Όταν τώρα η κάθετη γραμμή τοποθετηθεί πάνω στη οριζόντια, τότε είναι που η ζωή συναντά και υπερνικά τον θάνατο, για αυτό και το σύμβολο αυτό των δύο κάθετων γραμμών, συμβολίζει την αύξηση (πρόσθεση) και χρησιμοποιήθηκε από τους Πυθαγορείους σαν το Ιερότατο πανίσχυρο σύμβολο της Πρόσθεσης Συν (+). Το Σταυρωτό αυτό σύμβολο το ονόμασαν «ΤΕΤΡΑΚΤΥΝ» και ήταν η αέναη υπερνίκηση της Ζωής επί του Θανάτου, ήταν δε τόσο Ιερό, που οι Πυθαγόρειοι ορκιζόταν πάνω του, επί ποινή θανάτου, λέγοντας «Μα την Αενάου Φωτός επιδούντα Τετρακτύν» που δεν είναι άλλος όρκος από τον Χριστιανικό «Μα το Σταυρό».

Συνοψίζοντας λοιπόν βλέπουμε ότι ο Ακατανόητος και Ασύλληπτος από το πεπερασμένο Θείος Νους εμπεριέχει την ιδέα της δημιουργίας του κόσμου στο «Ίδος» το οποίο χρησιμοποιεί ως μέσον της Θείας Σοφίας για την εκδήλωση επί του Αταξικού και Ακατασκεύαστου Χάους της Δημιουργίας των Κόσμων. Ο Θείος Νους εκδηλώνεται πλέον και κατανοείται μόνον μέσω της εκδήλωσης των Θείων Ιδιοτήτων ως ενέργειες Προσώπου. Η ανάγκη έλξης επαφής του «Ίδος» επί του «Χάους», της γραφίδας επί της άγραφης κόλλας χαρτιού, επιτυγχάνεται με την ενεργή δύναμη έλξεως, ζεύξης του Θείου Έρωτος (Ζευς), ως ανάγκη εκδήλωσης του Θείου Νου, ή του κόσμου των ιδεών, στα αισθητά, με την πράξη της Εκδήλωσης ως Δημιουργίας. Δηλαδή ο Ζευς αποτελεί Λόγο εκδήλωσης της Δημιουργίας του Θείου, άρα και Θείο Λόγο.

Έτσι λοιπόν η Δημιουργία ξεκινά με τον Θείο Λόγο, από τον Αριθμό Δύο, που για τον Πυθαγόρα αποτελεί την αφύπνιση, τον αντικατοπτρισμό και την αρχή της δράσης της Μονάδας, και τον συμβολίζει με την πρώτη Γωνία, ως Γνώμονα. Δείχνοντας τον Θεό να γεω-μετρεί τον Κόσμο με τον Αντίχειρα και τον Δείκτη του χεριού Του σε σχήμα Γωνίας λέγοντας:

ΑΕΙ Ο ΘΕΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ ΓΕΩΜΕΤΡΕΙ = 3,14159 (ακρίβεια πέντε δεκαδικών)

Αθανάσιος Ζερμπίλης

Πουλιανός: Η Ελληνική Γλώσσα Είναι Τουλάχιστον 30.000 Ετών


Πουλιανός: Η Ελληνική Γλώσσα Είναι Τουλάχιστον 30.000 Ετών



Σύμφωνα με την «κρατούσα» θεωρία, στο τέλος της 3ης χιλιετίας π.Χ. ανάγονται οι απαρχές της ελληνικής γλώσσας, η οποία καθιερώθηκε αντικαθιστώντας την «προελληνική» πελασγική.

Όμως, οι ανθρωπολογικές μελέτες των σύγχρονων ανθρωπολογικών ομάδων, με γνώμονα τη γεωγραφική τους κατανομή (Α. Πουλιανός, 1962 – 2006), δείχνουν ότι ο ελλαδικός χώρος είναι αδιάλειπτα κατοικημένος από τους ίδιους πληθυσμούς, τουλάχιστον από το τέλος της παλαιολιθικής εποχής.

Μεταξύ αυτών (βλ. Α. Πουλιανός, 1993), η έντονα ενδογαμική και αυτόχθονα ομάδα των Σαρακατσάνων, οι οποίοι ανέκαθεν ομιλούν μόνο την Ελληνική χωρίς προσμίξεις άλλων λεκτικών τύπων (βλ. Kretscmer, 1907).

Έτσι, έχουν διατηρήσει για πάνω από 30.000 χρόνια τον ίδιο ανθρωπολογικό τύπο, μαζί βέβαια με τη γλώσσα.

Με βάση αυτές τις μελέτες ο Α. Πουλιανός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Ελληνική είναι η μητρική γλώσσα της «ινδοευρωπαϊκής» ομάδας γλωσσών.

Η συνεχής εξάλλου κατοίκηση της ευρύτερης γεωγραφικής περιοχής του Αιγαίου επιβεβαιώνεται από ολοένα και περισσότερες ανασκαφικές έρευνες. Π.χ. στα σπήλαια: Πετραλώνων Χαλκιδικής της Κάτω Παλαιολιθικής (Α. Πουλιανός, 1982), Θεόπετρας Θεσσαλίας της Μέσης Παλαιολιθικής έως και Νεολιθικής (Κυπαρίσση, 2000), Γιούρων Αλοννήσου της Μεσολιθικής έως και Νεολιθικής (Σάμψων, 1998), Κοιλάδας Αργολίδας επίσης της Μεσολιθικής έως και Νεολιθικής εποχής (Jacobsen, 1969) κ.ά.

Κατά τη διάρκεια λεξικογράφησης της παλαιολιθικής ορολογίας από τον γράφοντα (Ν. Πουλιανός, 2007), λαμβάνοντας επίσης υπόψη τα ανωτέρω, ορισμένες λέξεις της Ελληνικής έδειξαν να ανήκουν στην εποχή του λίθου. Ο προκαταρκτικός χαρακτήρας της παρούσας δημοσίευσης δεν επιτρέπει την αναφορά παρά σε τρεις μόνο από αυτές, που είναι: η Οπλή, το Όπλο και το Εργαλείο.


Η ετυμολογία της λέξης εργαλείο παραπέμπει στο έργο που παράγεται με τη λείανση ή τα αντικείμενα που μετατρέπονται σε χρηστικά με τη λείανση.

Έτσι είναι πολύ πιθανό ότι η χρήση αυτής της λέξης ανάγεται στους νεολιθικούς χρόνους, καθώς τότε τα λίθινα κ.ά. σκεύη παρασκευάζονταν βασικά με τεχνικές λείανσης και όχι όπως σε προηγούμενες εποχές με τεχνικές κρούσης και πίεσης. Κατά συνέπεια όσον αφορά τις προηγούμενες περιόδους, πρέπει να υπήρχε σε χρήση άλλη λέξη.


Στο σπήλαιο Πετραλώνων έχουν ανευρεθεί οπλές ελαφοειδών και ιπποειδών, που δείχνουν να έχουν μεταφερθεί από Αρχανθρώπους, φανερώνοντας έτσι ότι ήδη από την Κάτω Παλαιολιθική εποχή είναι γνωστές οι ιδιότητες των οπλών των οπληφόρων ζώων, με τη συνδυασμένη δηλαδή διπλή σημασία τόσο του εργαλείου, σαν κεράτινη επένδυση των μεταπόδιων οστών για άνετη βάδιση, τρέξιμο ή σκαρφάλωμα, όσο και σαν αμυντικό όργανο – όπλο (στα μεγαλόσωμα ιδίως θηλαστικά). Συνεπώς, με βάση τα παραπάνω δεδομένα, αλλά κ.ά. πιο πρόσφατων έως σύγχρονων εποχών, η λέξη όπλο είναι δυνατόν ετυμολογικά να προέρχεται από τις οπλές. Με άκρα επιφύλαξη, παρόμοια πιθανότητα ετυμολόγησης από γλωσσολογική άποψη, έχει διατυπώσει και ο Μπαμπινιώτης (2002), με την αξιοσημείωτη επίσης επισήμανση ότι δεν συνάδει με τις γνωστές « ινδοευρωπαϊκές » ρίζες.


Πόσο παλιά μπορεί να είναι η προαναφερόμενη σημασία του όπλου, οπωσδήποτε δεν ανιχνεύεται εύκολα. Πάντως, η τρίτη σημασία, εκείνης του κυνηγετικού εργαλείου, πρέπει να είναι, έστω και λίγο, μεταγενέστερη. Ακόμα νεότερη κατ’ ανάγκη είναι η τέταρτη έννοια, του αμυντικοεπιθετικού όπλου, για χρήση εναντίον άλλων ανθρώπων σε συρράξεις, καθότι για την Παλαιολιθική δεν έχει βρεθεί ούτε ένα στοιχείο που να δικαιολογεί την πολεμική του σημασία. Οι πόλεμοι είναι μια πολύ «πρόσφατη εφεύρεση», αφορώντας περισσότερο την εποχή του Χαλκού, που όπως και να είναι με βάση τα υπάρχοντα δεδομένα δεν ξεπερνά σε παλαιότητα την περίοδο των μεσολιθικών χρόνων.

Σε επίρρωση των ανωτέρω, η πρώτη σημασία που παρατίθεται για τη λέξη όπλο στο 9τομο λεξικό του Δημητράκου, είναι αυτή του εργαλείου: «οργανον δι’ ου ο άνθρωπος εργάζεται προς αντιμετώπισιν των αναγκών της ζωής, εργαλείον, σκεύος, αντικείμενον εν χρήσει… όπλον αρούρης = δρέπανον… όπλον γεροντικόν = βακτηρία (μπαστούνι)… όπλον δείπνων = οινοδόχον αγγείον». Πρβλ. εξάλλου, όπλομαι, οπλίζω = ετοιμάζω, αλλά και εξ-οπλισμός πλοίου ή επιστημονικός κλπ.

Επίσης για την Παλαιολιθική, συχνά δεν είναι γνωστό ποία εργαλεία μπορεί να ήταν ξεκάθαρα κυνηγετικά όπλα, ποία απλώς «συνήθη οικιακά» εργαλεία και ποία και τα δύο. Έτσι, η χρήση των γενικών όρων τέχνεργο, εργαλείο ή εξοπλισμός (ανάλογα με τη σημασία) πρέπει να θεωρείται πιο εύστοχος για τις απώτερες εποχές του λίθου, αντί αποκλειστικά της λέξης όπλο, με βάση τη σύγχρονη εννοιολογικά σημασία, που ενίοτε απαντάται σε ξενόγλωσσες πραγματείες (π.χ. ως weapon ή orudje).


Συμπερασματικά μπορεί να ειπωθεί ότι με βάση τις παρατηρήσεις των οπλών των οπληφόρων ζώων ξεκίνησε η χρήση της λέξης όπλο, αρχικά με την έννοια του εργαλείου και ταυτόχρονα ή ίσως λίγο αργότερα του αμυντικού οργάνου και κατόπιν του κυνηγετικού εργαλείου. Στη συνέχεια, βασικά κατά τη Νεολιθική προς Χαλκολιθική εποχή, η λέξη όπλο αντικαθίσταται σταδιακά με τη λέξη εργαλείο, όταν τα διάφορα λίθινα ή οστέινα αντικείμενα μετατρέπονται σε χρηστικά με τη λείανση, αλλά και προς διάκριση από τα «νεοεμφανισθέντα καθαυτού» όπλα, για τον προσδιορισμό της αντίστοιχης εξειδικευμένης χρήσης κατά τις πολεμικές ενέργειες.

Νίκος Α. Πουλιανός

Η ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΑΡΧΗΓΟΥΣ ΤΩΝ ΙΝΔΙΑΝΩΝ ΓΡΑΜΜΕΝΗ ΣΤΑ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ (Βίντεο)























ΑΥΤΗ Η ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΓΡΑΦΤΗΚΕ ΣΤΑ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟ 1831 ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΑΡΧΗΓΟΥΣ ΤΩΝ ΙΝΔΙΑΝΩΝ ΤΗΣ Β. ΑΜΕΡΙΚΗΣ....


ΚΑΙ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΑ ΑΛΛΑ ΛΕΕΙ ΠΩΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΚΑΝΟΥΝ ΣΥΝΘΗΚΗ ΜΕΤΑΞΥ ΤΟΥΣ ΤΑ ΓΗΓΕΝΗ ΠΛΥΘΗΣΜΙΑΚΑ ΣΥΝΟΛΑ ΓΙΑ ΝΑ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΟΥΝ ΤΟΥΣ ΛΕΥΚΟΥΣ ΚΑΤΑΚΤΗΤΕΣ...


ΓΙΑΤΙ ΣΤΑ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ; ΜΙΛΟΥΣΑΝ ΟΙ ΑΡΧΗΓΟΙ ΤΩΝ ΓΗΓΕΝΩΝ ΦΥΛΩΝ ΤΗΣ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗΣ ΗΠΕΙΡΟΥ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ;;; ΕΔΩ Η ΑΠΟΔΟΣΗ ΤΗΣ ΣΤΑ ΣΥΓΧΡΟΝΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ... ΑΠΟ ΤΟΝ ΝΑΥΣΙΝΟΟ

ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΑΚΗΣ ΤΑΦ
ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ ΑΔΡΙΑΝΟΣ ΜΠΕΖΟΥΓΛΩΦ


ΝΑΥΣΙΝΟΟΣ - NAUSINOUS - ΑΔΡΙΑΝΟΣ ΜΠΕΖΟΥΓΛΩΦ


Πηγή:
Επιμέλεια:
e-rodios.blogspot.gr

Ολόκληρο το βίντεο εδώ:



ΕΛΛΑΝΙΑ ΠΥΛΗ

Οι 18 βασικές ιδιότητες της Ελληνικής γλώσσας





















Οι ιδιότητες αυτές, πολύ περιληπτικά, είναι οι εξής
:


1. Ἡ μόνη γλῶσσα στὸν κόσμο ποὺ ὁμιλεῖται συνεχῶς ἐπὶ 4000 ἔτη. Ὅλες οἱ ὁμηρικὲς λέξεις ἔχουν διασωθεῖ στὴν παραγωγὴ τῶν λέξεων καὶ κυρίως στὰ σύνθετα. Π.χ. μπορεῖ σήμερα νὰ λέμε νερό (ἐκ τοῦ νηρόν, ἐξ οὗ καὶ Νηρηίδες, Νηρεὺς κ.λπ.), ἀλλὰ τὰ σύνθετα καὶ τὰ παράγωγα θὰ εἶναι μὲ τὸ ὕδωρ (ὑδραυλικός, ὑδραγωγεῖο, ὕδρευση, ἐνυδρεῖο, ἀφυδάτωση, κ.λπ.) Ἢ τὸ ρῆμα δέρκομαι βλέπω, ποὺ ἔχει διασωθεῖ στὸ ὀξυδερκής.


2. Ἔξυπνοι τόνοι καὶ ἔξυπνα γράμματα. Οἱ τόνοι καὶ τὰ πνεύματα ἀλλὰ καὶ τὰ φωνήεντα εἶναι πολὺ σημαντικοὶ παράγοντες στὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα, γιατί, ἂν ἀλλάξει ἕνα πνεῦμα ἢ ἕνας τόνος ἢ ἕνα φωνῆεν, αὐτομάτως ἔχουμε διαφορετικὴ σημασία. Π.χ. τὸ ρῆμα εἴργω (μὲ ψιλὴ) σημαίνει ἐμποδίζω τὴν εἴσοδο, ἐνῷ μὲ δασεῖα (εἱργνύω) σημαίνει ἐμποδίζω τὴν ἔξοδο (κάθειρξις). Σῦρος (μὲ περισπωμένη) εἶναι τὸ νησί, ἐνῷ Σύρος (μὲ ὀξεῖα), εἶναι ὁ κάτοικος τῆς Συρίας. Ἡ λέξη φορὰ (μὲ ὄμικρον) σημαίνει τὴν κατεύθυνση ἑνὸς πράγματος, ἡ λέξη φωρά (μὲ ὠμέγα καὶ ὀξεῖα) σημαίνει τὴν κλοπή, ἐνῷ φωρᾷ (μὲ ὠμέγα, περισπωμένη καὶ ὑπογεγραμμένη) σημαίνει ζητεῖ.

3. Ὁ τονισμὸς δημιουργεῖ θετικὴ ἢ ἀρνητικὴ ἔννοια. Παράδειγμα, ἡ λέξη ἔργον συντιθέμενη μὲ ἕνα συνθετικὸ ἀποδίδει ἰδιότητα δημιουργώντας τὴν κατάληξη -ουργός. Καὶ ἐδῶ ἔρχεται τὸ μεγαλεῖο τῆς Ἑλληνικῆς ἡ ὁποία προστάζει: Ἐὰν τὸ ἔργο εἶναι γιὰ τὸ καλὸ τῶν ἀνθρώπων, τότε τονίζεται ἡ λήγουσα, ὅπως μελισσουργός, δημιουργός, σιδηρουργός. Ὅταν ὅμως εἶναι πρὸς...βλάβην τῶν ἀνθρώπων, ὁ τονισμὸς ἀνεβαίνει στὴν παραλήγουσα π.χ. κακοῦργος, πανοῦργος, ραδιοῦργος.

4. Ἡ σοφία. Ἡ γλῶσσα μας ἔχει λέξεις ποὺ περικλείουν, πραγματικά, ὁλόκληρη φιλοσοφία. Π.χ. ἡ λέξη βίος ἀναφέρεται στοὺς ἀνθρώπους ἐνῷ ἡ λέξη ζωὴ στὰ ζῶα, ἡ λέξη φθόνος ἐκ τοῦ φθίνω ποὺ σημαίνει, σβήνω, χάνομαι, ὁπότε ἐπισημαίνεται ἡ ἠθικὴ διδασκαλία τῆς λέξεως αὐτῆς ποὺ μᾶς προστάζει νὰ μὴν φθονοῦμε τοὺς ἄλλους, διότι ὅποιος φθονεῖ τότε φθίνει συνεχῶς, σβήνει καὶ στὸ τέλος χάνεται.

5. Ὁ λακωνισμός, δηλαδὴ ὁ σύντομος, περιεκτικὸς καὶ φιλοσοφημένος λόγος. Ὅταν σὲ μιὰ φράση δὲν μποροῦμε οὔτε νὰ προσθέσουμε οὔτε νὰ ἀφαιρέσουμε κάτι, τότε ἔχουμε τὴν ὑψίστη τελειότητα, τὴν ὑψίστη σοφία. Π.χ. τὸ «μηδὲν ἄγαν», στὸ ὁποῖο, ἂν ἀφαιρέσουμε τὴ μία ἀπὸ τὶς δύο λέξεις, ἡ ἄλλη μόνη της δὲν σημαίνει κάτι, ἐνῷ, ἂν προστεθεῖ ἕνα ρῆμα, ἡ φράση θὰ χάσει τὴ γενικότητά της.

6. Ἡ κυριολεξία. Ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα διαθέτει μιὰ λέξη γιὰ τὸ κάθε τι. Ἀκόμη κι ἂν φαίνεται ὅτι κάποιες λέξεις σημαίνουν τὸ ἴδιο πρᾶγμα, στὴν πραγματικότητα ὑπάρχουν λεπτὲς νοηματικὲς διαφορές. Γι’ αὐτό, οὐσιαστικῶς, στὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα δὲν ὑπάρχουν συνώνυμα. Π.χ. στὴν ἀρχικὴ μορφὴ τῆς γλώσσας μας ὑπῆρχαν τρία ρήματα γιὰ τὸ ἀνακατεύω. Τὸ κεράννυμι (ἀνακατεύω δύο ὑγρὰ καὶ δημιουργῶ μιὰ νέα χημικὴ ἕνωση, π.χ. οἶνος + ὕδωρ κρασί), τὸ μείγνυμι (ρίχνω στὸν ἴδιο τόπο δύο ὑγρὰ σὲ ἀγγεῖο, ἢ δύο στερεὰ στὸ σάκκο), ποὺ ἁπλῶς σημαίνει ἕνωση, καὶ τὸ φύρω (ἀνακατεύω κάτι ξηρὸ μὲ οὐσία ὑγρὴ μὲ ἀποτέλεσμα νὰ λερωθεῖ τὸ στερεὸ ἀπὸ τὸ ὑγρό, ὅπως φύραμα, αἱμόφυρτος).

7. Ἡ δημιουργία συνθέτων καὶ ὁ πολλαπλασιασμὸς τῶν λέξεων, ἔντεχνου λόγου δημιουργία. Ἂν καὶ ὑπάρχουν δεκάδες χιλιάδες λέξεις ἱκανὲς νὰ πιστοποιήσουν τὴν ἰδιότητα αὐτή, μιὰ καὶ μόνο πηγὴ ἀρκεῖ γιὰ νὰ διαπιστώσουμε τὴν ἀλήθεια: Στὴν Ἰλιάδα, (Σ,54) ἡ Θέτις θρηνεῖ γιὰ ὅ,τι θὰ πάθει ὁ γιός της σκοτώνοντας τὸν Ἕκτορα «διὸ καὶ δυσαριστοτόκειαν ἑαυτὴν ὀνομάζει». Ἡ λέξη αὐτὴ ἀπὸ μόνη της εἶναι ἕνα μοιρολόι. Ἀποτελεῖται ἀπὸ τὸ δυσ + ἄριστος + τίκτω καὶ ἡ φράση σημαίνει «ἀλοίμονο σὲ μένα ποὺ γιὰ κακὸ γέννησα τὸν ἄριστο». Ἀκόμη, ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα ἔχει δημιουργήσει καὶ χρησιμοποιεῖ στὸν λόγο τὶς προθέσεις οἱ ὁποῖες, ἀκριβῶς λόγῳ τῆς πολλαπλασιαστικῆς τους ἰδιότητας, ἔχουν ὡς ἀποτέλεσμα νὰ δημιουργοῦνται ἑκατομμύρια λεξιτύπων. Οἱ προθέσεις ἐκφράζουν λεπτότατες ἐννοιολογικὲς ἀποχρώσεις, ὁπότε συντιθέμενες μὲ μία λέξη μᾶς δίνουν μεγάλη ἀκριβολογία.

8. Εἶναι ἡ μητέρα γλῶσσα ποὺ τροφοδότησε τὶς γλῶσσες τοῦ κόσμου. Οἱ ξένες γλῶσσες διαθέτουν καὶ χρησιμοποιοῦν ἕνα πολὺ μεγάλο ποσοστὸ ἑλληνικῶν λέξεων πού, ἂν τὸ ἀφαιρέσουμε, οἱ γλῶσσες αὐτὲς δὲν θὰ μπορέσουν νὰ λειτουργήσουν. Δὲν ὑπάρχει λέξη ἡ ὁποία εἶναι δηλωτικὴ ἔννοιας σκέψεως ἐκφράσεως ἢ ἐπιστήμης ποὺ νὰ μὴν εἶναι ἑλληνική.

9. Ἡ μαθηματικὴ δομή. Περιλαμβάνει τὴν ἀκρίβεια τῆς Γεωμετρίας καὶ τὴν ἀπόλυτη σαφήνεια ποὺ ἀπορρέει ἀπ’ αὐτήν.

10. Ἡ ἑλληνικὴ παγκοσμιότης. Ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα εἶναι πλέον γνωστὸ πὼς ἔχει φθάσει στὰ πέρατα τοῦ κόσμου (Χιλή, Βοσκούς, Ἰνδικὸ ὠκεανό, Εἰρηνικὸ ὠκεανό). Σήμερα εἶναι πιὰ γενικὰ παραδεκτὸ ὅτι οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες, ἔχοντας ὡς μόνιμη κοιτίδα τὴν περιοχὴ τοῦ μεσογειακοῦ χώρου, στὴ συνέχεια εἰσέδυσαν σὲ διαφορετικὰ χρονικὰ διαστήματα πρὸς ὅλες τὶς γνωστὲς κατευθύνσεις τοῦ τότε γνωστοῦ κόσμου προσφέροντας ὁτιδήποτε τὸ ἑλληνικό (ἐπιστήμη, γλῶσσα, πολιτισμό) στὶς πρωτόγονες φυλὲς τῶν περιοχῶν αὐτῶν. Ἰδὲ καὶ τὴ μελέτη τοῦ καθηγητοῦ τοῦ πανεπιστημίου τῆς Χαϊδελβέργης Nors S. Jozephson μὲ τίτλο Greek Linguistic Elements in the Polynesian Languages Hellenicum Pacificum (Ἑλληνικὰ Γλωσσικὰ στοιχεῖα στὶς Πολυνησιακὲς Γλῶσσες Ἑλληνικὸς Εἰρηνικός).

11. Ἡ μόνη γλῶσσα ποὺ μπορεῖ νὰ ἀποδώσει κάτι μὲ ἀκριβολογία. Οἱ ξένοι, ὅταν θέλουν νὰ ἀποδώσουν μιὰ εἰδικὴ λέξη σὲ ἐπιστημονικὸ πεδίο, χρησιμοποιοῦν πάντοτε, καὶ μόνο, τὴν ἑλληνική. Π.χ. Ἡ μεγάλη ἑταιρεία ἀθλητικῶν εἰδῶν Nike (Νάϊκι) σημαίνει Νίκη, διότι νίκη στὴν ἑλληνικὴ εἶναι αὐτὴ ποὺ προέρχεται μέσα ἀπὸ τὴν ψυχικὴ δύναμη.

12. Εἶναι ἀπαραίτητη σὲ ὅλους τοὺς λαούς. Ὁ Μάικλ Βέντρις ποὺ ἀποκρυπτογράφησε τὴ Γραμμικὴ γραφὴ Β΄ εἶχε τονίσει τό: «Ἡ ἀρχαία ἑλληνικὴ γλῶσσα ἦτο καὶ εἶναι ἡ ἀνωτέρα ὅλων τῶν παλαιοτέρων καὶ νεωτέρων γλωσσῶν». Ὁ πρόεδρος τῆς ἑταιρείας Η/Υ Apple Τζὼν Σκάλι εἶπε ὅτι: «Ἀποφασίσαμε νὰ προωθήσουμε τὸ πρόγραμμα ἐκμάθησης τῆς ἑλληνικῆς, ἐπειδὴ ἡ κοινωνία μας χρειάζεται ἕνα ἐργαλεῖο ποὺ θὰ τῆς ἐπιτρέψει νὰ ἀναπτύξει τὴ δημιουργικότητά της, νὰ εἰσαγάγει νέες ἰδέες καὶ νὰ τῆς προσφέρει γνώσεις περισσότερες ἀπὸ ὅσες ὁ ἄνθρωπος μποροῦσε ὥς τώρα νὰ ἀνακαλύψει». Οἱ μεγάλες ἑταιρεῖες στὴν Ἀγγλία καὶ στὴν Ἀμερικὴ (Microsoft) προτρέπουν τὰ στελέχη τους νὰ μαθαίνουν ἀρχαῖα ἑλληνικά, ἐπειδὴ διεπίστωσαν ὅτι ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα ἐνισχύει τὴ λογικὴ καὶ τονώνει τὶς ἡγετικὲς ἱκανότητες.

13. Ἡ διαχρονικότης. Ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα παρουσιάζει μιὰ μοναδικὴ διαχρονικότητα. Λέξεις καὶ φράσεις ποὺ λέμε σήμερα εἶναι ἴδιες καὶ ἀπαράλλαχτες ἀπὸ τὴν ἀρχαία ἐποχή. Ἐλάχιστα παραδείγματα: Μία χελιδὼν ἔαρ οὐ ποιεῖ (Στοβαῖος)· Ἕνας κοῦκος δὲν φέρνει τὴν ἄνοιξη. Ἡ δὲ χεὶρ τὴν χεῖρα νίζει (Ἐπίχαρμος)· Τὸ ‘να χέρι νίβει τ’ ἄλλο. Τὸν πάθει μαθός (Ἀγαμέμνων)· Ὁ παθὸς μαθός. Μή μοι σύγχοι (Ὅμηρος)· Μὴ με συγχίζεις. Λύεται γούνατα (Ὅμηρος)· Μοῦ λύθηκαν τὰ γόνατα. Ὄρνιθος γάλα (Πλούταρχος)· Τοῦ πουλιοῦ τὸ γάλα. Διαρραγείης (Ἀριστοφάνης)· Νὰ σκάσεις.

14. Ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα χρησιμοποιεῖ τὸ διεθνῶς ἀναγνωρισμένο ἀλφάβητο ποὺ εἶναι ἑλληνικὴ ἐπινόηση. Ἡ ἔρευνα ἔχει ἀποδείξει ὅτι τὰ σύμβολα ποὺ ὑποτίθεται ὅτι τὰ δανειστήκαμε ἀπὸ τοὺς Φοίνικες ὑπῆρχαν στὴν Ἑλλάδα κάποιες χιλιετίες νωρίτερα (ἐπιγραφὴ Δισπηλιοῦ, κεραμικὸ θραῦσμα στὰ Ποῦρα τῶν Β. Σποράδων κ.λπ.). Ὁ καθηγητὴς γλωσσολογίας κ. Μπαμπινιώτης γράφει ἀναφερόμενος στὴ γραφὴ Γραμμικὴ Β΄: «Πρόκειται, δηλαδή, γιὰ ἕνα ἀτελὲς σύστημα γραφῆς τὸ ὁποῖο οἱ Ἕλληνες ἀντικατέστησαν μὲ μιὰ καθαρῶς ἀλφαβητικὴ γραφή, τὸ γνωστὸ καὶ μέχρι σήμερα χρησιμοποιούμενο ἑλληνικὸ ἀλφάβητο, τὸ ὁποῖο οἱ ἴδιοι οἱ Ἕλληνες ἐδημιουργῆσαν ἐπινοήσαντες χωριστὰ γράμματα νὰ δηλώνουν τὰ φωνήεντα καὶ χωριστὰ γράμματα νὰ δηλώνουν τὰ σύμφωνα».

15. Ἡ Δημοκρατικότης. Ἐξ αἰτίας τοῦ ἁπλοῦ φθογγολογικοῦ συστήματος ποὺ χρησιμοποιεῖ, ἡ ἐκμάθηση τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας καθίσταται εὔκολη καὶ στὸν ἁπλὸ ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος μπορεῖ νὰ μάθει νὰ διαβάζει καὶ νὰ γράφει καὶ ἑπομένως νὰ παρακολουθεῖ τὸ πολιτικὸ γίγνεσθαι καὶ νὰ συμμετέχει σ’ αὐτό, πρᾶγμα ποὺ δὲν ἔγινε σὲ λαοὺς μὲ πολύπλοκα γλωσσικὰ συστήματα (Κίνα, Αἴγυπτος). Μόνο στὴν Ἑλλάδα τὸ «Τὶς ἀγορεύειν βούλεται» ἔγινε πράξη καὶ ὁ καθένας χωρὶς νὰ φοβᾶται μποροῦσε νὰ ἐκφράσει τὴ σκέψη του μέσῳ τοῦ μεγαλείου τῆς ἑλληνικῆς λαλιᾶς.

16. Ὁ Συντηρητισμός. Ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα δέχτηκε λίγες ἐπιρροὲς παρ’ὅλες τὶς μακροχρόνιες κατακτήσεις τοῦ ἑλληνικοῦ ἐδάφους ἀπὸ διαφόρους κατακτητὲς καὶ πῆρε πολὺ λίγες λέξεις ἀπὸ αὐτοὺς ἐνῷ, ἀντιθέτως τοὺς ἔδωσε πολὺ περισσότερες, ὅπως ἔγραψε ὁ Σεφέρης (Δοκιμές, Τόμος 1ος): «Ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα γιὰ καλὸ ἢ γιὰ κακό, εἶναι ἀπὸ τὶς πιὸ συντηρητικὲς γλῶσσες τοῦ κόσμου».

17. Ἡ ἐπιστημονικότητα καὶ ἡ γλωσσικὴ ἀπεικόνιση τοῦ ἀφηρημένου. Ὁ ἀρχαιότερος ἑλληνικὸς φιλοσοφικὸς καὶ ἐπιστημονικὸς ὅρος εἶναι «τὸ ἄπειρον» τοῦ Ἀναξίμανδρου. Ἡ ἀρχαία γλῶσσα ἔδωσε τὸ μέσον τῆς κατασκευῆς. Ἕνα ὁριστικὸ ἄρθρο πρὶν ἀπὸ τὸ ἐπίθετο καὶ ἔχουμε τὴν ἀφηρημένη ἔννοια (τὸ ἄπειρον, τὸ εὐτυχές κ.λπ). Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο, οἱ μεταγενέστεροι φιλόσοφοι ἔφτιαξαν καὶ ἄλλα τέτοια ἀφηρημένα οὐσιαστικὰ ὅπως π.χ. τὸ ἀγαθόν. Ἡ κορωνίδα τοῦ ἐπιστημονικοῦ λόγου εἶναι ἡ δημιουργία τῆς ἐπιστημονικῆς ὁρολογίας.

18. Ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα εἶναι αὐτόφωτη, αὐτάρκης καὶ πρωτότυπη, διὰ τοῦτο εἶναι καὶ μοναδική. Αὐτόφωτη διότι δημιουργήθηκε ἀπὸ Ἕλληνες, αὐτάρκης διότι περιλαμβάνει εἰδικὲς ἑλληνικὲς λέξεις, γιὰ νὰ δηλώσει ἀκόμη καὶ τὶς ἀπειροελάχιστες διαφορὲς ὁμοειδῶν πραγμάτων καὶ πρωτότυπη διότι ἡ ἀνθρωπότης προστρέχει πάντοτε σ’ αὐτὴν γιὰ ὅποια νέα λέξη χρειασθεῖ νὰ δημιουργηθεῖ.

Ἀντώνη Ἀντωνάκου, φιλολόγου - ἱστορικοῦ



Πηγή:
elhalflashbacks.blogspot.gr

Η Ελληνική γλώσσα γνωρίζει τους νόμους της συμπαντικής δημιουργίας!!!



Σύμφωνα με τον μαθηματικό και συγγραφέα Λευτέρη Αργυρόπουλο, η Ελληνική γλώσσα είναι η μητέρα όλων των γλωσσών της γής, δηλαδή είναι η γλώσσα των γλωσσών.

Σε αντίθεση με τις άλλες γλώσσες, η Ελληνική γλώσσα είναι μία υπέροχη μαθηματική δημιουργία και ως μαθηματική κατασκευή είναι κατά συνέπεια και μουσική γλώσσα.
Κατά την εποχή του Πυθαγόρα, αλλά και προγενέστερα από αυτόν,
οι Έλληνες χρησιμοποιούσαν τα σύμβολα των γραμμάτων για να συμβολίζουν τους αριθμούς.
Πρέπει να αναφέρουμε ότι η Ελληνική γλώσσα αποτελείται από 28 σύμβολα και 27 αριθμητικές θέσεις.
Αναλυτικά, τα 28 αυτά σύμβολα είναι τα εξής:

Η Ελληνική Γλώσσα Γνωρίζει τους Νόμους της Συμπαντικής Δημιουργίας
Στον πίνακα δεν εμφανίζεται το δίγαμμα F που αριθμητικά είναι ίσο με το 6
Το σύμβολο F ονομάζεται δίγαμμα, το ϛ στίγμα, το Q κόππα ενώ το ϡ ονομάζεται σαμπί.
Σύμφωνα με το προηγούμενο σύστημα αριθμήσεως, κάθε λέξη έχει ένα και μόνο ένα άθροισμα, το οποίον ονομάζεται λεξάριθμος. Έτσι, ο λεξάριθμος της λέξεως ΛΕΞΑΡΙΘΜΟΣ είναι:
ΛΕΞΑΡΙΘΜΟΣ = 30+5+60+1+100+10+9+40+70+200 = 525. Η λέξη ΛΕΞΑΡΙΘΜΟΣ είναι σύνθετη και παράγεται από τις λέξεις ΛΕΞΙΣ και ΑΡΙΘΜΟΣ, είναι δηλαδή ο αριθμός της κάθε Ελληνικής λέξεως, σύμφωνα με το Ελληνικό σύστημα αριθμήσεως.
Όταν δύο λέξεις ή προτάσεις έχουν τον ίδιο λεξάριθμο, τότε λέμε ότι έχουμε λεξαριθμική ισοψηφία ή ταυτότητα μεταξύ αυτών.
Οι περισσότεροι λεξάριθμοι κυμαίνονται μεταξύ των αριθμών 200 και 1800, ενώ γενικά οι αριθμητικές τους τιμές βρίσκονται μεταξύ του 1 και του 5000. Έτσι, είναι μικρή η πιθανότητα για δύο λέξεις να έχουν τον ίδιο λεξάριθμο και δεν μπορεί να θεωρηθεί ως σύμπτωση το γεγονός της ισοψηφίας.
Οι λέξεις ΣΦΑΙΡΙΚΟΣ και ΘΕΜΕΛΙΩΔΗΣ έχουν τον ίδιο λεξάριθμο, διότι:
ΣΦΑΙΡΙΚΟΣ = 200+500+1+10+100+10+20+70+200 = 1111
ΘΕΜΕΛΙΩΔΗΣ = 9+5+40+5+30+10+800+4+8+200 = 1111
Η ερμηνεία της προηγούμενης λεξαριθμικής ταυτότητος είναι προφανής, διότι ο ΣΦΑΙΡΙΚΟΣ είναι ο ΘΕΜΕΛΙΩΔΗΣ μαθηματικός μηχανισμός της δημιουργίας της ύλης, δεδομένου του γεγονότος ότι τα υποατομικά σωματίδια της ύλης είναι σφαιρικά, αλλά ακόμη και οι πλανήτες του ηλιακού μας συστήματος έχουν σφαιρικό σχήμα.
http://1.bp.blogspot.com/-
Οι λέξεις ΦΩΤΟΝΙΟΝ και ΚΥΜΑΤΟΕΙΔΩΣ ισοψηφούν με τον αριθμό 1850, δηλαδή
ΦΩΤΟΝΙΟΝ = ΚΥΜΑΤΟΕΙΔΩΣ = 1850,
γεγονός που δηλώνει ότι η Ελληνική γλώσσα γνωρίζει ότι το ΦΩΤΟΝΙΟΝ διαδίδεται ΚΥΜΑΤΟΕΙΔΩΣ εις τον τρισδιάστατον χώρον. Πράγματι, έχει αποδειχθεί ότι όχι μόνον το ΦΩΤΟΝΙΟΝ διαδίδεται ΚΥΜΑΤΟΕΙΔΩΣ, αλλά επιπλέον οι κυματοειδείς καμπύλες της διαδόσεως του φωτονίου είναι ημιτονοειδείς.
Μία από τις μεγαλύτερες αποδείξεις του γεγονότος ότι η Ελληνική γλώσσα είναι μαθηματική λαμβάνεται από την λεξαριθμική εξαγωγή του αριθμού π=3,14… .
Γνωρίζουμε ότι ο αριθμός π ορίζεται σαν το πηλίκον του μήκους της περιφερείας ενός κύκλου προς τη διάμετρο αυτού. Πρέπει να τονίσουμε ότι το σύμβολον π προέρχεται από το αρχικόν γράμμα της λέξεως πηλίκον, διότι το π δεν είναι τίποτε άλλο παρά το πηλίκον του μήκους της περιφερείας του κύκλου ως προς τη διάμετρό του. Εάν σχηματίσουμε το πηλίκον των λεξαρίθμων
(ΜΗΚΟΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΥ)/ΔΙΑΜΕΤΡΟΣ, παρατηρούμε ότι αυτό ισούται με τον αριθμό 3,14 !!! με ακρίβεια τριών ψηφίων. Πράγματι έχουμε:
ΜΗΚΟΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΥ = 338+1016+940 = 2294
ΔΙΑΜΕΤΡΟΣ = 730, επομένως 2294/730=3,1424657534…!
΄Ομως υπάρχει και συνέχεια, η οποία δείχνει ότι η λεξαριθμική εξαγωγή του π δεν ειναι τυχαία. Η συνέχεια είναι η λεξαριθμική εξαγωγή του χρυσού αριθμού. Αυτή έχει ως εξής:
Από τα μαθηματικά γνωρίζουμε ότι Φ = (+1)/2 = 1,618… . Σχηματίζοντας το πηλίκον που δίδει τον αριθμό Φ, χρησιμοποιώντας την αρχαία Ελληνική γλώσσα λαμβάνουμε:
(Ο ΠΕΝΤΕΠΟΔΟΣ + ΕΝ)/(Η ΔΥΑΣ) = (70+864+55)/(8+605) = 989/613 = 1,61…!
Διαπιστώνουμε λοιπόν, ότι η Ελληνική γλώσσα γνωρίζει ακόμη και τις κυριότερες μαθηματικές σταθερές όπως το π και το φ. Όμως και το φ δεν έχει δοθεί τυχαία ως σύμβολο του χρυσού αριθμού, διότι είναι το αρχικόν γράμμα της λέξεως ΦΥΣΙΣ, η οποία έχει τον ίδιο λεξάριθμο με τη λέξη ΑΝΘΡΩΠΟΣ και την φράση ΜΕΣΟΣ ΚΑΙ ΑΚΡΟΣ ΛΟΓΟΣ. Είναι γεγονός ότι η ΦΥΣΙΣ, αλλά καί ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ έχουν κατασκευασθεί με βάση τον χρυσό αριθμό φ.
Πράγματι:
ΑΝΘΡΩΠΟΣ = 1+50+9+100+800+80+70+200 = 1310
ΦΥΣΙΣ = 500+400+200+10+200 = 1310
ΜΕΣΟΣ ΚΑΙ ΑΚΡΟΣ ΛΟΓΟΣ = 515+31+391+373 = 1310 .
Η Ελληνική γλώσσα γνωρίζει λοιπόν τη γεωμετρία της κατασκευής του ανθρώπου, αλλά και τον τρόπο της κατασκευής του. Πράγματι:
ΣΤΥΣΙΣ = ΧΥΜΟΣ = ΑΝΘΡΩΠΟΣ = ΦΥΣΙΣ = 1310, γεγονός που δηλώνει ότι ο άνθρωπος δημιουργείται από την στύση του ανδρικού οργάνου που παράγει το σπέρμα και είναι ένα ον ταυτιζόμενον με την φύσιν, διότι γεννιέται από αυτή και επιστρέφει εις αυτήν. Για το γεγονός της λεξαριθμικής ταυτίσεως της φράσεως ΜΕΣΟΣ ΚΑΙ ΑΚΡΟΣ ΛΟΓΟΣ με τη λέξη ΑΝΘΡΩΠΟΣ, πρέπει να πούμε ότι το πηλίκον του ύψους του ανθρώπου προς το ύψος του ομφαλού του, δίδει τον χρυσόν αριθμόν, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ είναι ΜΕΣΟΣ ΚΑΙ ΑΚΡΟΣ ΛΟΓΟΣ.
Στα δύο βιβλία του ο Λευτέρης Αργυρόπουλος έχει καταγράψει χιλιάδες παραδείγματα λεξαριθμικών ταυτοτήτων όπως οι προηγούμενες, δίνοντας στον αναγνώστη την ευκαιρία να κατανοήσει ότι η Ελληνική γλώσσα γνωρίζει ακόμη και τους νόμους της συμπαντικής δημιουργίας και κατά συνέπεια την αλήθεια. Πράγματι:
ΑΛΗΘΕΙΑ ΕΣΤΙΝ = 64+565 = 629
ΑΛΗΘΗΣ ΛΟΓΟΣ = 256+373 = 629, δηλαδή:
ΑΛΗΘΕΙΑ ΕΣΤΙΝ = ΑΛΗΘΗΣ ΛΟΓΟΣ = 629
Επίσης:
Ο ΑΛΗΘΗΣ ΛΟΓΟΣ = ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΟΣ = 699
Δια τούτον τον λόγον, ο ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ εστίν ο ΑΛΗΘΗΣ ΛΟΓΟΣ

Η Ελληνική Γλώσσα Γνωρίζει τους Νόμους της Συμπαντικής Δημιουργίας

Ελληνική γλώσσα: Η ανώτερη μορφή γλώσσας που έχει επινοήσει ποτέ το ανθρώπινο πνεύμα



















Η Αγγλική γλώσσα έχει 490.000 λέξεις από τις οποίες 41.615 λέξεις είναι από την Ελληνική γλώσσα.. (βιβλίο Γκίνες)
Η Ελληνική με την μαθηματική δομή της είναι η γλώσσα της πληροφορικής και της νέας γενιάς των εξελιγμένων υπολογιστών, διότι μόνο σ’ αυτήν δεν υπάρχουν όρια.
(Μπιλ Γκέιτς, Microsoft)
Η Ελληνική και η Κινέζικη, είναι οι μόνες γλώσσες με συνεχή ζώσα παρουσία από τους ίδιους λαούς και…..στον ίδιο χώρο εδώ και 4.000 έτη. Όλες οι γλώσσες θεωρούνται κρυφοελληνικές, με πλούσια δάνεια από τη μητέρα των γλωσσών, την Ελληνική.
(Francisco Adrados, γλωσσολόγος).
Η Ελληνική γλώσσα έχει λέξεις για έννοιες οι οποίες παραμένουν χωρίς απόδοση στις υπόλοιπες γλώσσες, όπως άμιλλα, θαλπωρή και φιλότιμο Μόνον η Ελληνική γλώσσα ξεχωρίζει τη ζωή από το βίο, την αγάπη από τον έρωτα. Μόνον αυτή διαχωρίζει, διατηρώντας το ίδιο ριζικό θέμα, το ατύχημα από το δυστύχημα, το συμφέρον από το ενδιαφέρον.
Το εκπληκτικό είναι ότι η ίδια η Ελληνική γλώσσα μας διδάσκει συνεχώς πώς να γράφουμε σωστά. Μέσω της ετυμολογίας, μπορούμε να καταλάβουμε ποιός είναι ο σωστός τρόπος γραφής ακόμα και λέξεων που ποτέ δεν έχουμε δει ή γράψει.
Το «πειρούνι» για παράδειγμα, για κάποιον που έχει βασικές γνώσεις Αρχαίων Ελληνικών, είναι προφανές ότι γράφεται με «ει» και όχι με «ι» όπως πολύ άστοχα το γράφουμε σήμερα. Ο λόγος είναι πολύ απλός, το «πειρούνι» προέρχεται από το ρήμα «πείρω» που σημαίνει τρυπώ-διαπερνώ, ακριβώς επειδή τρυπάμε με αυτό το φαγητό για να το πιάσουμε.
Επίσης η λέξη «συγκεκριμένος» φυσικά και δεν μπορεί να γραφτεί «συγκεκρυμμένος», καθώς προέρχεται από το «κριμένος» (αυτός που έχει δηλαδή κριθεί) και όχι βέβαια από το «κρυμμένος» (αυτός που έχει κρυφτεί). Άρα το να υπάρχουν πολλά γράμματα για τον ίδιο ήχο (π.χ. η, ι, υ, ει, οι κτλ) όχι μόνο δεν θα έπρεπε να μας δυσκολεύει, αλλά αντιθέτως να μας βοηθάει στο να γράφουμε πιο σωστά, εφόσον βέβαια έχουμε μια βασική κατανόηση της γλώσσας μας.
Επιπλέον η ορθογραφία με την σειρά της μας βοηθάει αντίστροφα στην ετυμολογία αλλά και στην ανίχνευση της ιστορική πορείας της κάθε μίας λέξης. Και αυτό που μπορεί να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε την καθημερινή μας νεοελληνική γλώσσα περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, είναι η γνώση των Αρχαίων Ελληνικών.
Είναι πραγματικά συγκλονιστικό συναίσθημα να μιλάς και ταυτόχρονα να συνειδητοποιείς τι ακριβώς λές, ενώ μιλάς και εκστομίζεις την κάθε λέξη ταυτόχρονα να σκέφτεσαι την σημασία της.
Είναι πραγματικά μεγάλο κρίμα να διδάσκονται τα Αρχαία με τέτοιο φρικτό τρόπο στο σχολείο ώστε να σε κάνουν να αντιπαθείς κάτι το τόσο όμορφο και συναρπαστικό.
Η ΣΟΦΙΑ
Στη γλώσσα έχουμε το σημαίνον (την λέξη) και το σημαινόμενο (την έννοια). Στην Ελληνική γλώσσα αυτά τα δύο έχουν πρωτογενή σχέση, καθώς αντίθετα με τις άλλες γλώσσες το σημαίνον δεν είναι μια τυχαία σειρά από γράμματα. Σε μια συνηθισμένη γλώσσα όπως τα Αγγλικά μπορούμε να συμφωνήσουμε όλοι να λέμε το σύννεφο car και το αυτοκίνητο cloud, και από την στιγμή που το συμφωνήσουμε να ισχύει. Στα Ελληνικά κάτι τέτοιο είναι αδύνατον. Γι’ αυτό το λόγο πολλοί διαχωρίζουν τα Ελληνικά σαν «εννοιολογική» γλώσσα από τις υπόλοιπες «σημειολογικές» γλώσσες.
Μάλιστα ο μεγάλος φιλόσοφος και μαθηματικός Βένερ Χάιζενμπεργκ είχε παρατηρήσει αυτή την σημαντική ιδιότητα για την οποία είχε πει «Η θητεία μου στην αρχαία Ελληνική γλώσσα υπήρξε η σπουδαιότερη πνευματική μου άσκηση. Στην γλώσσα αυτή υπάρχει η πληρέστερη αντιστοιχία ανάμεσα στην λέξη και στο εννοιολογικό της περιεχόμενο».
Όπως μας έλεγε και ο Αντισθένης, «Αρχή σοφίας, η των ονομάτων επίσκεψις». Για παράδειγμα ο «άρχων» είναι αυτός που έχει δική του γη (άρα=γή + έχων). Και πραγματικά, ακόμα και στις μέρες μας είναι πολύ σημαντικό να έχει κανείς δική του γη / δικό του σπίτι.
Ο «βοηθός» σημαίνει αυτός που στο κάλεσμα τρέχει. Βοή=φωνή + θέω=τρέχω. Ο Αστήρ είναι το αστέρι, αλλά η ίδια η λέξη μας λέει ότι κινείται, δεν μένει ακίνητο στον ουρανό (α + στήρ από το ίστημι που σημαίνει στέκομαι).
Αυτό που είναι πραγματικά ενδιαφέρον, είναι ότι πολλές φορές η λέξη περιγράφει ιδιότητες της έννοιας την οποίαν εκφράζει, αλλά με τέτοιο τρόπο που εντυπωσιάζει και δίνει τροφή για τη σκέψη.
Για παράδειγμα ο «φθόνος» ετυμολογείται από το ρήμα «φθίνω» που σημαίνει μειώνομαι. Και πραγματικά ο φθόνος σαν συναίσθημα, σιγά-σιγά μας φθίνει και μας καταστρέφει. Μας «φθίνει» – ελαττώνει ως ανθρώπους – και μας φθίνει μέχρι και την υγεία μας. Και, βέβαια, όταν αναφερόμαστε σε κάτι που είναι τόσο πολύ ώστε να μην τελειώνει, πως το λέμε; Μα, φυσικά, «άφθονο».
Έχουμε τη λέξη «ωραίος» που προέρχεται από την «ώρα». Διότι για να είναι κάτι ωραίο, πρέπει να έλθει και στην ώρα του. Ωραίο δεν είναι το φρούτο όταν είναι άγουρο ή σαπισμένο και ωραία γυναίκα δεν είναι κάποια ούτε στα 70 της άλλα ούτε φυσικά και στα 10 της. Ούτε το καλύτερο φαγητό είναι ωραίο όταν είμαστε χορτάτοι, επειδή, σε αυτή την περίπτωση, δεν μπορούμε να το απολαύσουμε.
Ακόμα έχουμε την λέξη «ελευθερία» για την οποία το «Ετυμολογικόν Μέγα» διατείνεται «παρά το ελεύθειν όπου ερά» = το να πηγαίνει κανείς όπου αγαπά .. Άρα βάσει της ίδιας της λέξης, ελεύθερος είσαι όταν έχεις τη δυνατότητα να πάς όπου αγαπάς. Πόσο ενδιαφέρουσα ερμηνεία!!!
Το άγαλμα ετυμολογείται από το αγάλλομαι (ευχαριστιέμαι) επειδή όταν βλέπουμε (σε αρχική φάση οι Θεοί) ένα όμορφο αρχαιοελληνικό άγαλμα η ψυχή μας ευχαριστείται, αγάλλεται. Και από το θέαμα αυτό επέρχεται η αγαλλίαση. Αν κάνουμε όμως την ανάλυση της λέξης αυτής θα δούμε ότι είναι σύνθετη από αγάλλομαι + ίαση(=γιατρειά). Άρα, για να συνοψίσουμε, όταν βλέπουμε ένα όμορφο άγαλμα (ή οτιδήποτε όμορφο), η ψυχή μας αγάλλεται και γιατρευόμαστε. Και πραγματικά, γνωρίζουμε όλοι ότι η ψυχική μας κατάσταση συνδέεται άμεσα με τη σωματική μας υγεία.
Παρένθεση: και μια και το έφερε η «κουβέντα», η Ελληνική γλώσσα μας λέει και τι είναι άσχημο. Από το στερητικό «α» και την λέξη σχήμα μπορούμε εύκολα να καταλάβουμε τι. Για σκεφτείτε το λίγο.
Σε αυτό το σημείο, δεν μπορούμε παρά να σταθούμε στην αντίστοιχη Λατινική λέξη για το άγαλμα (που μόνο Λατινική δεν είναι). Οι Λατίνοι ονόμασαν το άγαλμα, statua από το Ελληνικό «ίστημι» που ήδη αναφέραμε, και το ονόμασαν έτσι επειδή στέκει ακίνητο. Προσέξτε την τεράστια διαφορά σε φιλοσοφία μεταξύ των δύο γλωσσών, αυτό που σημαίνει στα Ελληνικά κάτι τόσο βαθύ εννοιολογικά, για τους Λατίνους είναι απλά ένα ακίνητο πράγμα.
Είναι προφανής η σχέση που έχει η γλώσσα με τη σκέψη του ανθρώπου. Όπως λέει και ο George Orwell στο αθάνατο έργο του «1984», απλή γλώσσα σημαίνει και απλή σκέψη. Εκεί το καθεστώς προσπαθούσε να περιορίσει την γλώσσα για να περιορίσει την σκέψη των ανθρώπων, καταργώντας συνεχώς λέξεις.
«Η γλώσσα και οι κανόνες αυτής αναπτύσσουν την κρίση», έγραφε ο Μιχάι Εμινέσκου, εθνικός ποιητής των Ρουμάνων.
Μια πολύπλοκη γλώσσα αποτελεί μαρτυρία ενός προηγμένου πνευματικά πολιτισμού. Το να μπορείς να μιλάς σωστά σημαίνει ότι ήδη είσαι σε θέση να σκέφτεσαι σωστά, να γεννάς διαρκώς λόγο και όχι να παπαγαλίζεις λέξεις και φράσεις.
Η ΜΟΥΣΙΚΟΤΗΤΑ
Η Ελληνική φωνή κατά την αρχαιότητα ονομαζόταν «αυδή». Η λέξη αυτή δεν είναι τυχαία αφού προέρχεται από το ρήμα «άδω» που σημαίνει τραγουδώ.
Όπως γράφει και ο μεγάλος ποιητής και ακαδημαϊκός Νικηφόρος Βρεττάκος:
«Όταν κάποτε φύγω από τούτο το φώς θα ελιχθώ προς τα πάνω, όπως ένα ποταμάκι που μουρμουρίζει. Κι αν τυχόν κάπου ανάμεσα στους γαλάζιους διαδρόμους συναντήσω αγγέλους, θα τους μιλήσω Ελληνικά, επειδή δεν ξέρουνε γλώσσες. Μιλάνε Μεταξύ τους με μουσική».
Ο γνωστός Γάλλος συγγραφεύς Ζακ Λακαρριέρ επίσης μας περιγράφει την κάτωθι εμπειρία από το ταξίδι του στην Ελλάδα:
«Άκουγα αυτούς τους ανθρώπους να συζητούν σε μια γλώσσα που ήταν για μένα αρμονική αλλά και ακατάληπτα μουσική. Αυτό το ταξίδι προς την πατρίδα – μητέρα των εννοιών μας – μου απεκάλυπτε ένα άγνωστο πρόγονο, που μιλούσε μια γλώσσα τόσο μακρινή στο παρελθόν, μα οικεία και μόνο από τους ήχους της. Αισθάνθηκα να τα έχω χαμένα, όπως αν μου είχαν πει ένα βράδυ ότι ο αληθινός μου πατέρας ή η αληθινή μου μάνα δεν ήσαν αυτοί που με είχαν αναστήσει».
Ο διάσημος Έλληνας και διεθνούς φήμης μουσικός Ιάνης Ξενάκης, είχε πολλές φορές τονίσει ότι η μουσικότητα της Ελληνικής είναι εφάμιλλη της συμπαντικής.
Αλλά και ο Γίββων μίλησε για μουσικότατη και γονιμότατη γλώσσα, που δίνει κορμί στις φιλοσοφικές αφαιρέσεις και ψυχή στα αντικείμενα των αισθήσεων. Ας μην ξεχνάμε ότι οι Αρχαίοι Έλληνες δεν χρησιμοποιούσαν ξεχωριστά σύμβολα για νότες, χρησιμοποιούσαν τα ίδια τα γράμματα του αλφαβήτου.
«Οι τόνοι της Ελληνικής γλώσσας είναι μουσικά σημεία που μαζί με τους κανόνες προφυλάττουν από την παραφωνία μια γλώσσα κατ’ εξοχήν μουσική, όπως κάνει η αντίστιξη που διδάσκεται στα ωδεία, ή οι διέσεις και υφέσεις που διορθώνουν τις κακόηχες συγχορδίες», όπως σημειώνει η φιλόλογος και συγγραφεύς Α. Τζιροπούλου-Ευσταθίου.
Είναι γνωστό εξάλλου πως όταν οι Ρωμαίοι πολίτες πρωτάκουσαν στην Ρώμη Έλληνες ρήτορες, συνέρρεαν να θαυμάσουν, ακόμη και όσοι δεν γνώριζαν Ελληνικά, τους ανθρώπους που «ελάλουν ώς αηδόνες».
Δυστυχώς κάπου στην πορεία της Ελληνικής φυλής, η μουσικότητα αυτή (την οποία οι Ιταλοί κατάφεραν και κράτησαν) χάθηκε, προφανώς στα μαύρα χρόνια της Τουρκοκρατίας.
Να τονίσουμε εδώ ότι οι άνθρωποι της επαρχίας, του οποίους συχνά κοροϊδεύουμε για την προφορά τους, είναι πιο κοντά στην Αρχαιοελληνική προφορά από ό,τι εμείς οι άνθρωποι της πόλεως.
Η Ελληνική γλώσσα επιβλήθηκε αβίαστα (στους Λατίνους) και χάρη στην μουσικότητά της.
Όπως γράφει και ο Ρωμαίος Οράτιος «Η Ελληνική φυλή γεννήθηκε ευνοημένη με μία γλώσσα εύηχη, γεμάτη μουσικότητα»

ΠΗΓΗ  ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΣ